Dalton Plan

Το Dalton Plan συσχετίζεται σε πολλά σημεία με της εξ αποστάσεως εκπαίδευση, αλλά κυρίως στο κομμάτι της εξατομίκευσης της διδασκαλίας και μάθησης που αποτελεί κύριο στόχο των δυο μεθόδων διδασκαλίας.

Η Helen Parkhurst (1922) δημιούργησε το σύστημα Dalton (Dalton Plan). Η ονομασία του οφείλεται στο ότι εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία στην πόλη Dalton της Μασσαχουσέτης το 1920 στο Dalton Public High School. Η αφετηρία της Helen Parkhurst είναι οι ανάγκες της σχολικής πράξης και ιδιαίτερα των μονοτάξιων σχολείων της αμερικανικής υπαίθρου.

 

Στόχος του Dalton Plan είναι να:

  • αντιπροτείνει ένα σύστημα διδασκαλίας το οποίο θέτει το μαθητή στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και ανταποκρίνεται στις μαθησιακές ανάγκες του ανάγκες.
  • λειτουργήσει ως μεταρρυθμιστικό όργανο για της αναδιοργάνωση (reconstruction) της σχολικής ζωής όπως την ονειρευόταν και o Dewey (1897).
  • μετατρέψει του σχολείο από τόπο πειθαναγκασμένης μάθησης σε ένα χώρο ζωντανής και αυθόρμητης μελέτης…

Τα βασικά χαρακτηριστικά του Dalton Plan

Αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ταυτόχρονης διδασκαλίας παιδιών διαφορετικής ηλικίας και διαφορετικών τάξεων, αναζήτησε λύση με την καθιέρωση χώρων που ονομάζει «γωνίες αντικειμένων»-subject corners. Οι γωνίες αντικειμένων εφοδιασμένες με διάφορα διδακτικά εργαλεία – υλικά, επιτρέπουν την ελεύθερη και αυτενεργό διδασκαλία. Μέσα από την ομαδοποίηση αυτή ο εκπαιδευτικός δεν είναι πια αναγκασμένος να διδάσκει με την κατά μέτωπον διδασκαλία παιδιά όλων των ηλικιών, αλλά μπορεί να αφιερώσει πολύ περισσότερο χρόνο σε κάθε παιδί ξεχωριστά (εξατομικευμένη διδασκαλία) ή σε ομάδες παιδιών.

 

Οι βασικές αρχές του Dalton Plan

Στο Dalton Plan ενυπάρχουν τρεις βασικές αρχές, οι οποίες θεμελιώνουν κοινωνικά το εν λόγω σύστημα:

  1. Ελευθερία. Από ακαδημαϊκή ή πολιτισμική άποψη πρέπει ο μαθητής να είναι ελεύθερος να συνεχίσει την εργασία του σε οποιοδήποτε μάθημα, επειδή όταν έχει δείξει ενδιαφέρον για ένα θέμα, βρίσκεται πνευματικά σε εγρήγορση και είναι σε θέση να διαχειριστεί κάθε δυσκολία που θα του παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της μαθησιακής διαδικασίας. Κάτω από τη νέα μέθοδο δεν υπάρχουν κουδούνια, που θα του αποσπάσουν την προσοχή για μια συγκεκριμένη ώρα και θα τον εγκλωβίσουν παιδαγωγικά σε ένα άλλο μάθημα με έναν άλλο δάσκαλο. Μόνον αν ο μαθητής είναι ελεύθερος να απορροφήσει τη γνώση με το δικό του ρυθμό ταχύτητας θα μπορέσει να μάθει σε βάθος. Στο Dalton Plan ενυπάρχει η ελευθερία με την υπευθυνότητα του μαθητή να ολοκληρώσει τις εργασίες που του ανατέθηκαν. Στόχος είναι ο μαθητής να αναπτύξει τις βαθύτερες διανοητικές του δυνάμεις καθώς επίσης την κρίση (κριτική σκέψη) και το χαρακτήρα του.
  2. Η Συνεργασία ή Αλληλεπίδραση με την Ομάδα (Cooperation or Interaction of group life). (Parkhurst, 1922) Η H.Parkhurst σε ένα απόσπασμα αναφέρει ότι: «Είναι η κοινωνική εμπειρία, η οποία συνοδεύει τις δραστηριότητες, όχι οι ίδιες οι δραστηριότητες, οι οποίες διεγείρουν και επεκτείνουν αυτούς τους τύπους ανάπτυξης. Το Dalton Plan δίνει έμφαση στην ζωή του παιδιού ενώ κάνει τις εργασίες του και με ποιον τρόπο λειτουργεί ως μέλος μιας κοινωνίας-κοινότητας, παρά στα μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος. Είναι το συνολικό άθροισμα αυτών των δυο στοιχείων που καθορίζουν το χαρακτήρα και το γνωστικό του υπόβαθρο».(Parkhust, 1925 σ. 19-20) Η συνεργασία και η αλληλεπίδραση των μαθητών μεταξύ τους είναι μια κουλτούρα που αποκτιέται διαμέσου της προσωπικής, ατομικής ανάπτυξης και διαμέσου της συλλογικής συνεργασίας.
  3. Το ποσό της προσπάθειας για την επίτευξη ενός στόχου ή η εξοικονόμηση χρόνου (The proportion of effort to attainment, or budgeting time). Η αρχή αυτή εξισορροπεί την παιδαγωγική σχέση με τον περιορισμένο συνολικό χρόνο μάθησης και αποσαφηνίζει τη συνολικά επιθυμητή εξατομικευμένη εκπαίδευση και διδασκαλία ενισχύοντας την πρόκληση για τον ελεγχόμενο σχεδιασμό της εργασίας και την εφαρμογή της (Popp, 1995 σ. 73-75).

Η εφαρμογή

Η μέθοδος έχει εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία σε μαθητές που φοιτούσαν στις μεγάλες τάξεις του δημοτικού (Δ ́, Ε ́, ΣΤ ́) καθώς και σε μαθητές που φοιτούν σε όλες τις τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. (Parkhurst, 1922 σ. 34-35και 1925 σ. 68). Σε συνδυασμό με κατάλληλη παιδαγωγική/διδακτική καθοδήγηση η εφαρμαγή του μοντέλου αυτού θα ήταν δυνατή και σε μικρότερα παιδιά.

  • Κάθε μαθητής (σύμφωνα με το Dalton Plan), κατηγοριοποιείται σε μια φόρμα (τάξη), που περιέχει το μέγιστο και ελάχιστο πρόγραμμα που πρέπει να διδαχθεί.
  • Είναι καταγεγραμμένη όλη η προτεινόμενη δουλειά που πρέπει να φέρει εις πέρας ο μαθητής υπό μορφή συμβολαίου (contract job).
  • To αναλυτικό πρόγραμμα (curriculum) είναι χωρισμένο σε εργασίες (συνήθως μηνιαίας διάρκειας για κάθε μάθημα) και ο μαθητής αποδέχεται τη δουλειά, εργασία που του ανατέθηκε για τη τάξη του υπό μορφή συμβολαίου (contract). Μ’ αυτόν τον τρόπο ο μαθητής αναπτύσσει μια ηθική και ψυχολογική δέσμευση απέναντι στην εργασία που είναι υπό μορφή συμβολαίου καθώς και σε όλη τη διαδικασία της μάθησης. (Asselmeyer, 1981).
  • Για κάθε μήνα του σχολικού έτους ο μαθητής αναλαμβάνει για κάθε μάθημα μια ατομική εργασία π.χ. θα αναλάβει (για το μάθημα της ιστορίας) μια εργασία για κάθε μήνα. Το σχολικό έτος αποτελείται από 10 διδακτικούς μήνες, άρα θα αποπερατώσει συνολικά 10 ατομικές εργασίες καθ’ όλη τη σχολική χρονιά στο μάθημα της Ιστορίας. Κάθε ατομική εργασία (assignment), η οποία είναι μηνιαίας διάρκειας, θεωρείται ως επιτυχώς ολοκληρωμένη εάν ο μαθητής ολοκληρώσει και τις 20 ημέρες της εργασίας.
  • Οι εργασίες (assignments) που ανατίθενται στους μαθητές είναι μηνιαίας διάρκειας και παρέχονται στο μαθητή γραπτές οδηγίες για κάθε εργασία. Η μηνιαία εργασία είναι χωρισμένη σε 4 εβδομάδες και η κάθε εβδομάδα αποτελείται από 5 εργάσιμες μέρες, άρα για να ολοκληρώσει ο μαθητής πλήρως μια εργασία πρέπει να ολοκληρώσει και τις 20 ημέρες (4* 5). Οι γραπτές οδηγίες αναφέρουν στο μαθητή τι πρέπει να κάνει κάθε εβδομάδα και με τι ισοδυναμεί κάθε μέρος της εργασίας που έχουν ολοκληρώσει. Πρέπει μέχρι το τέλος του μήνα να ολοκληρώσει την εργασία που του έχει ανατεθεί υπό μορφή συμβολαίου (contract). (Parkhurst, 1922 σ. 38-40) και (Popp, 1995 σ. 99-100).

Αξιολόγηση Μαθητών

Υπάρχουν τέσσερεις τρόποι καταγραφής για την αξιολόγηση του μαθητή.

  1. Ο πρώτος είναι το γράφημα εργαστηρίου του διδάσκοντος (instructor’s laboratory graph), το οποίο βρίσκεται στο χώρο κάθε εργαστηρίου και υπεύθυνος για την καταγραφή του είναι ο εκπαιδευτικός ειδικότητας, αυτός που είναι υπεύθυνος για το εργαστήριο. Στο συγκεκριμένο γράφημα είναι καταγεγραμμένοι όλοι οι μαθητές μιας τάξης οι οποίοι παρακολουθούν το συγκεκριμένο μάθημα και έχουν αναλάβει μια εργασία μηνιαίας διάρκειας, η οποία είναι χωρισμένη ισόποσα σε 4 εβδομάδες των 5 ημερών (4*5 ισούται με σύνολο 20 ημερών εργασία). Στόχος του κάθε μαθητή σε μια εργασία είναι να συμπληρώσει το σύνολο των 20 ημερών.
  2. Ο δεύτερος τρόπος καταγραφής είναι η «σύμβαση» του μαθητή (pupil’s contract graph), με το οποίο ο μαθητής μπορεί να καταγράφει και να παρακολουθεί την πρόοδο του στις εργασίες όλων των μαθημάτων που έχει αναλάβει.
  3. Η τρίτη μορφή καταγραφής είναι το γράφημα της τάξης (House Graph). Στο συγκεκριμένο γράφημα είναι γραμμένα όλα τα ονόματα των μαθητών μιας τάξης και σε κάθε γραμμή υπάρχουν 40 κενά. Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να καταγράψουμε την πρόοδο κάθε μαθητή σε σύνολο 10 μαθημάτων (10 μαθήματα από 4 εβδομάδες εργασίας το καθένα ισούται με σύνολο 40 εβδομάδων). Δίνεται έμφαση στο συνολικό αριθμό εβδομάδων εργασίας που έχουν γίνει.
  4. Υπάρχει ένα τέταρτο είδος γραφήματος, το γράφημα παρουσιών (attendance graph), που καταγράφεται η ώρα που παρουσιάζεται ο κάθε μαθητής στο σχολείο καθώς και το σύνολο των απουσιών που έχει κάνει. Λειτουργεί σαν το σύγχρονο παρουσιολόγιο (Popp, 1995).

Βιβλιογραφία:

  • Parkhurst, H. (1922). Education on the Dalton Plan. New York: E.P. Dutton & Company.
  • Parkhurst, H. (1925). Combines Class Work, Group Work and Individual Work, in School Life 10, 68f.
  • Parkhurst, H. (1925). The Dalton Laboratory Plan, in Whipple, Guy Montrose (Hg.): The Twenty- Fourth Yearbook of the National Society for the Study of Education, Part 2: Adapting Schools to Individual Differences, prepared under the Direction of Carleton W. Washburne, Bloomington/ill. 1925, 83-94.
  • Asselmeyer, H. (1981). Konzept und Praxis des Kontraktlernens, Gottingen.
  • Dewey, J. (1897). My Pedagogic Creed. The School Journal. Vol.LIV No.3.
  • Dix, A., Finlay, J., Adowd, G. & Beale, R. (1998). Human – computer interaction, London: Prentice-Hall.
  • Eichelberger, H., Christian, L., Kohlberg, W.D., Stary, E. &Stary, C. (2008). Reformpädagogik goes eLearning: Neue Wege zur Selbstbestimmung von virtuellem Wissenstransfer und ndividualisiertem Wissenserwerb. München: Oldenbourg.
  • Σοφός, Α. Kron, F. (2010).Αποδοτική Διδασκαλία με τη Χρήση Μέσων. Από τα προσωπικά κα πρωτογενή στα τεταρτογενή και ψηφιακά Μέσα. Αθήνα: Γρηγόρης.

Αναφορές: