Τι σημαίνει «καλός ΔΑΣΚΑΛΟΣ»;

Η μεγαλύτερη επιτυχία για έναν δάσκαλο είναι η… εξαφάνισή του!

Δεν πρόκειται όμως για ταχυδακτυλουργία, αλλά για τον μεγαλύτερο στόχο της διδασκαλίας, όπως τον περιγράφει η μεγάλη παιδαγωγός Μαρία Μοντεσόρι. Να μπορεί να πει ο δάσκαλος: «Τα παιδιά τώρα δουλεύουν σαν να μην υπάρχω». Τότε, δια της πλασματικής του απουσίας, η οποία στην πραγματικότητα είναι η πιο αποτελεσματική παρουσία, έχει καθορίσει τους μαθητές του. Έχει επιτύχει. «ΤΑ ΝΕΑ» ζήτησαν από τρεις σύγχρονους δασκάλους, που κατά γενική ομολογία έχουν διακριθεί για τη διδακτική τους ικανότητα, να πουν ποιοι ήταν οι δικοί τους δάσκαλοι που τους καθόρισαν. Και τι σημαίνει, κατά τη δική τους οπτική, καλός δάσκαλος. Η διεθνούς φήμης καθηγήτρια Ελένη Γλύκατζη ‐ Αρβελέρ, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος που είναι και ακαδημαϊκός εκτός από ποιμένας και ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθήνας Γεώργιος Μπαμπινιώτης μιλούν για τους δασκάλους τους και για τη διδασκαλία.

Γεώργιος Μπαμπινιώτης
«Θεωρώ την προσφώνηση «δάσκαλε» ως τον πιο τιμητικό τίτλο». Από τους τίτλους που κατά καιρούς τού αποδίδονται με τις διάφορες ιδιότητές του (καθηγητής, πρόεδρος, πρύτανης κ.ά.), ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης θεωρεί την προσφώνηση «δάσκαλε» ως την πιο τιμητική. «Αυτό εξηγεί την εκτίμηση που τρέφω προς την ιδιότητα – διορθώνω – προς το λειτούργημα τού δασκάλου σε όλες τής βαθμίδες, από τον δάσκαλο τού δημοτικού μέχρι τον καθηγητή πανεπιστημίου», λέει.  Ποιοι ήταν οι δάσκαλοι που τον καθόρισαν; «Ευτύχησα να έχω δασκάλους ανθρώπους αφοσιωμένους στην εκπαίδευση πραγματικά λειτουργούς. Ενδεικτικά ξεχωρίζω και αναφέρω τον Ευαγγελάτο (στο δημοτικό), τους Γρηγορόπουλο, Φαλιέρη και Μιχαλόπουλο (στο γυμνάσιο) και τους Θεοδωρακόπουλο, Σταματάκο, Βουρβέρη, Ζακυθηνό, Τωμαδάκη και Κουρμούλη (στο πανεπιστήμιο). Στον δάσκαλο μου, καθηγητή τής Γλωσσολογίας, Γεώργιο Κουρμούλη οφείλω τη στροφή μου στη γλωσσολογία, όταν μου δόθηκε (μαζί με άλλους) η ευκαιρία να συμμετάσχω σε ένα σεμινάριο για τη Μυκηναϊκή γραφή και γλώσσα τα χρόνια που αποκρυπτογραφήθηκε η Γραμμική Γραφή Β’ και να μυηθώ στην επιστήμη τής γλώσσας. Επειδή κι ο ίδιος συμβαίνει να θεωρούμαι από τους φοιτητές μου καλός δάσκαλος, προσωπικά ορίζω τον καλό δάσκαλο ως αυτόν που έχει πάθος για την επιστήμη του, που σέβεται και αγαπάει τους μαθητές του, που είναι ενημερωμένος στο αντικείμενό του, που δεν πάει ποτέ στο μάθημά του χωρίς να προετοιμασθεί κατάλληλα κάθε φορά για το τι και πώς θα το διδάξει, που συνδυάζει γνώση, έρευνα και διδασκαλία (προκειμένου για πανεπιστημιακό δάσκαλο), που δεν περιορίζεται σε ξηρή διδασκαλία αλλά ανεβάζει την ψυχική διάθεση, εξάπτει το ενδιαφέρον και εμπνέει τους μαθητές του πέρα και έξω από το μάθημα σε συνάφεια με τη ζωή, με αξίες και ιδανικά και που δεν λείπει ποτέ από το μάθημά του».

Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ
Η απάντηση της Ελένης Γλύκατζη ‐ Αρβελέρ στο ερώτημα «ποιος είναι ο καλός δάσκαλος», ήταν άμεση, σαφής και κατηγορηματική: «Αυτός που δεν κάθεται απέναντι, αλλά δίπλα στα παιδιά του». Η διάσημη ελληνίδα ακαδημαϊκός, πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης και πρώτη γυναίκα πρύτανης του ίδιου Πανεπιστημίου, τονίζει ότι στην επιλογή της επαγγελματικής της πορείας, στο να γίνει δηλαδή βυζαντινολόγος, ρόλο ασφαλώς έπαιξε η καταγωγή της οικογένειάς της από τη Μικρά Ασία, αλλά μεγάλο βάρος είχε κι ο δικός της δάσκαλος που την καθόρισε.  «Οι ερευνητές του Χάρβαρντ έχουν φυσικά δίκιο για την επιρροή του καλού δάσκαλου στους μαθητές του. Ημουν τυχερή να έχω δασκάλους μεγάλου αναστήματος. Ο σπουδαίος ιστορικός και βυζαντινολόγος Διονύσιος Ζακυθηνός, θυμάμαι, ήταν ο άνθρωπος που με επηρέασε ώστε να γίνω κι εγώ βυζαντινολόγος. Ηταν ο άνθρωπος που καθόταν δίπλα μας στη Φιλοσοφική και έλεγε ότι πρώτα πρέπει να καταλάβουμε για τι πράγμα θα μιλήσουμε. Επίσης εξαίρετος δάσκαλος ήταν ο καθηγητής μου στη Σορβόνη, ο Πολ Λεμέμπλ, τον οποίον και αντικατέστησα στην έδρα». Για την Ελένη Γλύκατζη ‐ Αρβελέρ, ο καλύτερος δάσκαλος είναι αυτός που δεν στηρίζεται και δεν αναπαράγει μονότονα τις σημειώσεις του στις παραδόσεις, αλλά αφήνεται να παρασυρθεί από τον παλμό της τάξης. «Το ωραιότερο μάθημα που έχω κάνει ήταν μια φορά που αφέθηκα να μιλήσω εκτός σημειώσεων. Επίσης θυμάμαι όταν πρωτοβγήκαν τα κασετόφωνα, πολλοί φοιτητές άρχισαν να έρχονται στα πανεπιστήμια με αυτά για να μαγνητοφωνήσουν τις παραδόσεις, αλλά οι περισσότεροι καθηγητές δεν τα επέτρεπαν. Εγώ είπα αμέσως ναι και τους άφησα να μαγνητοφωνούν, ακριβώς επειδή είχα αποφασίσει ότι ποτέ ένα μάθημά μου δεν θα ήταν ίδιο με ένα άλλο».

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος
«Μας καθορίζουν πολλοί δάσκαλοι και όχι μόνο ένας». Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, εκτός από ασκητική φυσιογνωμία και πνευματικός ηγέτης, είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Μεσογειακών και Αραβικών Σπουδών και επίτιμος διδάκτωρ Θεολογίας και Φιλοσοφίας 15 πανεπιστημιακών σχολών. «Δεν είναι μόνο ένας ο δάσκαλος που συναντάμε στη ζωή μας», λέει στα «ΝΕΑ», «αλλά πολλοί εκείνοι οι δάσκαλοι που μας καθορίζουν. Κανείς δεν έχει μόνο έναν, όπως ποτέ δε μαθαίνουμε μόνο από ένα σχολείο». Ο ίδιος, στην Κατοχή, διδάχθηκε από φίλους, συντροφιές, ποικιλία ανθρώπων. «Χαρακτηριστικά θυμάμαι στο 2ο Σχολείο Αρένων Αθηνών τον δάσκαλο Ηλία Δοροδίνη, που ήταν εξαίρετος. Αλλά και στο Πανεπιστήμιο, στη Θεολογική, όπου τα χρόνια μετά από την Κατοχή ήταν πολύ δύσκολο να μπεις, καθώς ήταν 700 υποψήφιοι για 50 θέσεις, είχα την τύχη να συναντήσω θαυμάσιους δασκάλους, καθηγητές που επηρέασαν την πορεία μου, όπως τον Λεωνίδα Φιλιππίδη του οποίου ήμουν και διάδοχος». Ο Παναγιώτης Τρεμπέλας, ο Βασίλειος Βέλλας, ο Ιωάννης Καρμίρης και o Αμίλκας Αλιβιζάτος συμπλήρωσαν την ομάδα των δασκάλων που τον επηρέασαν, καθένας με τον τρόπο του.  «Αλλά και στη Γερμανία (σ.σ.: όπου ο Αναστάσιος σπούδασε κατόπιν) υπήρξαν καθηγητές όπως οι Γκολντάμερ και Σ. Ντάμεν, στη θρησκειολογία. Δυστυχώς δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή το όνομα της δασκάλας μου στο Δημοτικό στον Άγιο Κωνσταντίνο Κολωνού, που όμως μας φρόντιζε όλους παρότι είχε η τάξη 50‐60 παιδιά». Ποιο κοινό στοιχείο μπορεί κανείς να βρει στους καλούς δασκάλους; «Γνώριζαν πολύ καλά το αντικείμενο που δίδασκαν και επιδείκνυαν μεγάλο ενδιαφέρον και έγνοια για τα παιδιά. Ιδίως αυτούς που διέκριναν ότι είχαν δυνατότητες φρόντιζαν να τους δίνουν προσοχή, χωρίς όμως ποτέ να προσβάλλουν ή να εγκαταλείπουν τους άλλους».

http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4690029

http://www.nytimes.com

http://varc.wceruw.org/