Να προτιμήσουμε τελικά τον μαυροπίνακα ή μήπως όχι…

Πρόσφατα διάβασα ένα αρκετά ενδιαφέρον άρθρο στο BHMASCIENCE με τίτλο: Προτιμήστε τον μαυροπίνακα! (http://www.tovima.gr/science/article/?aid=431906) Σε κάθε του γραμμή στο μυαλό μου έρχονταν ολοένα… όλα όσα κάνουμε τα τελευταία χρόνια προσπαθώντας να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για την αξιοποίηση της τεχνολογίας στην εκπαιδευτική διαδικασία…

Παραθέτω βασικά στοιχεία του άρθρου ώστε να «προχωρήσω» (σ)το συλλογισμό μου…

[…Σε μια υπερσύγχρονη κοινωνία όπου καθημερινά οι μαθητές βομβαρδίζονται από τεχνολογικούς πειρασμούς και από συνεχείς προσθήκες στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμά τους, πώς μπορούν άραγε να βελτιώσουν τους βαθμούς τους και παράλληλα να «γυμνάσουν» τον εγκέφαλό τους ώστε να αφομοιώνει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις; Ο αυστριακός «γκουρού» της ψυχιατρικής και επικεφαλής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ουλμ δρ Μάνφρεντ Σπίτσερ μας «ταξιδεύει» στα άδυτα του εγκεφάλου. Εκεί όπου πραγματοποιούνται οι διεργασίες τις οποίες ονομάζουμε μάθηση.

«Είμαι επιστήμονας αλλά και γονιός» αναφέρει ο ίδιος στο «Βήμα». «Όταν πριν από δέκα χρόνια τα παιδιά μου επέστρεφαν από το σχολείο, σκεφτόμουν ότι, ενώ από νευροεπιστημονικής απόψεως γνωρίζουμε τόσα πολλά γύρω από τη μάθηση, τίποτε από όλα αυτά δεν έχει εισαχθεί ακόμη στα σχολεία. Έτσι ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη μελέτη των εγκεφαλικών διεργασιών κατά τη διάρκεια της μάθησης».

 Ανάγνωση και δημιουργία

 Σύμφωνα με τον ειδικό, πίσω από τη διαδικασία της μάθησης κρύβεται η ικανότητα του εγκεφάλου να μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις εμπειρίες που αποκτά και επεξεργάζεται. «Είναι δηλαδή σαν ένα είδος περιφερειακού (hardware) το οποίο αλλάζει συνεχώς, λειτουργικά και δομικά, ανάλογα με το λογισμικό (software) που καλείται να “τρέξει” – σκεφτόμαστε, αντιλαμβανόμαστε, κάνουμε ένα σωρό πράγματα με τον εγκέφαλό μας και όλα αυτά αλλάζουν ανάλογα με τα όσα συναντούμε στην πορεία. Αυτό ονομάζεται νευροπλαστικότητα, ή αλλιώς μάθηση» μας εξηγεί ο δρ Σπίτσερ.

 Η διαδικασία της ανάγνωσης, κατά τον δρα Σπίντσερ, είναι πολύ δημιουργική, καθώς το μόνο που έχουμε μπροστά μας είναι «βουβά» γράμματα και χαρακτήρες σε ένα χαρτί, τα οποία καλούμαστε να «ζωντανέψουμε». «Ο εγκέφαλός μας είναι φτιαγμένος ώστε να μπορεί να μεταφράζει τις γραφικές παραστάσεις που προσλαμβάνει σε φωνητικά ερεθίσματα και στη συνέχεια σε σημασιολογικές έννοιες. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη μετάφραση των ακουστικών ερεθισμάτων (όταν ακούμε μια ιστορία) αλλά σε πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Για παράδειγμα, η διαφορά μεταξύ των φθόγγων “μπα” και “πα” αγγίζει μόλις τα 40 χιλιοστά του δευτερολέπτου (mSec). Παρ’ όλα αυτά, αν ο εγκέφαλος δεν μπορεί να διακρίνει τη διαφορά μεταξύ των δύο, τότε κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολία κατά την ανάγνωση και κατά συνέπεια σε μαθησιακά προβλήματα» μας λέει ο ειδικός.

…Η διαδικασία της μάθησης όμως δεν σχετίζεται μόνο με την ανάγνωση αλλά και με τον προφορικό λόγο. «Για τον άνθρωπο η εξιστόρηση γεγονότων ή εμπειριών είναι ότι και οι προσομοιωτές πτήσης για την αεροπορία. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση “Science”, ο άνθρωπος αφιερώνει κατά μέσο όρο τέσσερις ώρες σε συζητήσεις με πυρήνα την εξιστόρηση γεγονότων και εμπειριών, όμως μόλις τέσσερα λεπτά στην αναπαραγωγική πράξη. …«Σύμφωνα με νέα ευρήματα που παρουσιάστηκαν πριν από λίγες ημέρες στο ετήσιο συνέδριο “Neuroscience 2011” στην Ουάσινγκτον, η ακρόαση και η ανάγνωση μιας ιστορίας ενεργοποιούν τελικά το ίδιο δίκτυο εγκεφαλικών περιοχών».

 Μιλάτε στα παιδιά!

 Το πρόβλημα της δυσλεξίας, σύμφωνα με τον επιστήμονα, μπορεί να έχει γονιδιακό αλλά και περιβαλλοντικό υπόβαθρο. Γονιδιακό γιατί, όπως εξηγεί, κάποια γονίδια ενισχύουν τις πιθανότητες λανθασμένης «καλωδίωσης» του εγκεφάλου και περιβαλλοντικό, σε περίπτωση απουσίας του προφορικού λόγου στην οικογένεια. «Αν δεν υπάρχουν αρκετά ερεθίσματα, δηλαδή αρκετή ομιλία από το οικογενειακό μας περιβάλλον, τότε ο εγκέφαλος δεν μαθαίνει να απορροφά γνώση. Πιστεύω λοιπόν ότι οι γονείς πρέπει να ξεκινούν να μιλούν στα παιδιά τους από πολύ νωρίς. Ως ψυχίατρος, γνωρίζω ότι οι μητέρες που πάσχουν από κατάθλιψη τείνουν να μιλούν λιγότερο στα παιδιά τους, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών. Αν όμως εκείνες διδάσκονταν να ασχολούνται περισσότερο με τα παιδιά τους, ενδεχομένως το πρόβλημα να μην ήταν τόσο μεγάλο» μας λέει.

 Εξίσου καταστροφικές για την ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων των παιδιών, προσθέτει, είναι η τηλεόραση και η χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. «Η προσωπική μου συμβουλή προς τους γονείς είναι να τα κρατήσουν μακριά από την τηλεόραση όσο περισσότερο μπορούν. Όπως επίσης και από τις νέες τεχνολογίες γενικότερα, ακόμη και στο σχολείο. Δεν υπάρχει μελέτη που να αποδεικνύει ότι η χρήση τους βοηθά τις μαθησιακές ικανότητες των παιδιών, αντίθετα υπάρχει πολλή παραπλανητική διαφήμιση γύρω από κάτι το οποίο δεν ισχύει» τονίζει.

 Η κοινωνία του multitasking

 Οι καλπάζοντες ρυθμοί της καθημερινότητάς μας μάς έχουν μεταμορφώσει σε «ζογκλέρ» δραστηριοτήτων. Κάτι τέτοιο, υποστηρίζει ο δρ Σπίτσερ, μειώνει τις εγκεφαλικές μας επιδόσεις. Η αμερικανική εφημερίδα «The New York Times» μάλιστα είχε δημοσιεύσει πρόσφατα άρθρο, σύμφωνα με το οποίο η αμερικανική οικονομία χάνει ετησίως περί τα 650 δισ. δολάρια ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι ασχολούνται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα.

 «Αρκετοί παιδαγωγοί υποστηρίζουν ότι επειδή ακριβώς ασχολούμαστε με πολλά πράγματα ταυτόχρονα στην καθημερινότητά μας, πρέπει να μάθουμε στα παιδιά να κάνουν το ίδιο – όχι δεν πρέπει!» ξεκαθαρίζει ο ειδικός. «Επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι ο εγκέφαλος δεν είναι δομημένος ώστε να παρακολουθεί δύο συζητήσεις ταυτόχρονα. Και δεν μιλάω για απλές πράξεις που μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους, όπως το να κρατάει μια μητέρα στο ένα χέρι το παιδί και με το άλλο να ανακατεύει το φαγητό. Αναφέρομαι σε επικοινωνιακό ή γλωσσικό multitasking, το οποίο είναι ανέφικτο. Πειράματα έχουν δείξει ότι άτομα που χειρίζονται πολλά πράγματα ταυτόχρονα εμφανίζουν περιορισμένη ικανότητα στο να διώχνουν άχρηστες πληροφορίες, να διώχνουν άχρηστες σκέψεις. Τα άτομα αυτά λοιπόν αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής».

 Σύμφωνα με τον αυστριακό ψυχίατρο, δεν υπάρχουν μαγικά κόλπα που μπορούν να μας μεταμορφώσουν σε Αϊνστάιν εν μια νυκτί. Ο εγκέφαλός μας, άλλωστε, είναι σαν έναν αθλητή που χρειάζεται καθημερινή προπόνηση προτού τρέξει στον μαραθώνιο. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο, κατά τον δρα Σπίτσερ, πρέπει να αλλάξει ριζικά.

 «Το τρικ για κάποιον που επιθυμεί να βελτιώσει τις ικανότητές του στην ανάγνωση είναι να διαβάζει πολύ. Οι δυσκολίες κατά την ανάγνωση που εμφανίζουν αρκετοί μαθητές ενδεχομένως να συνοδεύονται από άλλα προβλήματα, όπως η έλλειψη ενδιαφέροντος για τα μαθήματά τους. Σε αυτό, βέβαια, σημαντικό ρόλο παίζει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ακολουθούν τα σχολεία. Στα αγόρια, π.χ., δεν αρέσουν τόσο τα φιλολογικά μαθήματα σε σχέση με τα κορίτσια. Αν όμως στραφούμε προς θέματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον τους, π.χ. πώς να κατασκευάσετε μια μηχανή ή οι βασικές αρχές του ποδοσφαίρου, τότε η ανάγνωση δεν θα τους ήταν αγγαρεία. Αντίθετα, αν τα κορίτσια διδάσκονταν για τη φυσική του κραγιόν, τότε είμαι σίγουρος ότι το ενδιαφέρον τους θα χτυπούσε κόκκινο» υπογραμμίζει. «Ενα επιπλέον σημαντικό στοιχείο που είδαμε να βοηθά τις μαθησιακές ικανότητες των παιδιών είναι η αισιοδοξία και τα θετικά συναισθήματα. Αρα οι δάσκαλοι δεν πρέπει να διδάσκουν προκαλώντας άγχος στα παιδιά. Ακόμη, οφείλουν να ενσωματώσουν το γνωστό (πραγματικός κόσμος) στο άγνωστο (νέες γνώσεις) με θετικό τρόπο ώστε τα παιδιά να μπορούν να συνδυάσουν τα νέα δεδομένα με κάτι που ήδη γνωρίζουν και να το μάθουν».

 Πολέμιος της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στα σχολεία, ο δρ Σπίτσερ γνωρίζει καλά ότι οι απόψεις του δεν είναι δημοφιλείς. Δεινός υποστηρικτής του μαυροπίνακα, των καλών εκπαιδευτικών και της πλούσιας βιβλιοθήκης, είναι της άποψης ότι πίσω από το σπρώξιμο των μαθητών προς αυτές δεν υπάρχει κανένα μαθησιακό όφελος παρά μόνο η αύξηση των κερδών των τεχνολογικών κολοσσών.

 «Οι νέες τεχνολογίες στα σχολεία δεν πιστεύω ότι βοηθούν, ούτε καν υπό μορφή διαδραστικών προγραμμάτων» αναφέρει χαρακτηριστικά. «Εχω επισκεφθεί αρκετά σχολεία που φιλοξενούν τέτοια συστήματα και έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στο τέλος της ημέρας τα παιδιά μαθαίνουν κάτι όχι χάρη στις νέες τεχνολογίες αλλά επειδή συνδέουν τα νέα στοιχεία με τον πραγματικό – και όχι τον εικονικό – κόσμο. Το ίδιο πιστεύω και για τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης: οι πραγματικοί φίλοι είναι καλύτεροι από τα εικονικά avatars. Και δεν αναφέρομαι στη δυσκολία του διαχωρισμού του πραγματικού από τον εικονικό κόσμο, γιατί κάτι τέτοιο είναι διακριτό από το 8ο έτος της ηλικίας μας. Το πρόβλημα είναι ότι αν “τρέφουμε” τον εγκέφαλό μας μόνο με σκιές του πραγματικού μέσω του εικονικού κόσμου, τότε η πραγματικότητα γίνεται ρηχή. Δεν επεξεργαζόμαστε, δηλαδή, τις πληροφορίες αυτές με την ίδια βαρύτητα που θα τις επεξεργαζόμασταν σε περίπτωση που τις συναντούσαμε στην πραγματικότητα. Και το βάθος της επεξεργασίας αυτής σχετίζεται άμεσα με τη μνήμη» επισημαίνει.

 Και η ικανότητα αυτοσυγκέντρωσης των μαθητών όμως δέχεται… «ηλεκτρονικό» πόλεμο. «Τα βιντεοπαιχνίδια μαθαίνουν στα παιδιά πώς να συγκεντρώνονται σε διαφορετικά σημεία της οθόνης. Αυτό πλασάρεται από τις εταιρείες ως ενίσχυση της προσοχής. Η προσοχή στο σχολείο όμως μεταφράζεται στην ικανότητα του να μπορεί κανείς να συγκεντρωθεί σε ένα πράγμα κάθε φορά. Και την ικανότητα αυτή ακριβώς “χάνουν” τα παιδιά όταν μαθαίνουν να συγκεντρώνονται στα πάντα. Πρόσφατη μελέτη μάς έδειξε ότι, αν δώσουμε σε έναν μαθητή μια παιχνιδομηχανή, τότε μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών οι σχολικές  επιδόσεις του θα κάνουν “βουτιά”»]

Αν επιχειρήσουμε να προσδώσουμε στην τεχνολογία τη θέση που της αναλογεί στην εκπαιδευτική διαδικασία: ως «εργαλείου» διερεύνησης και μάθησης μέσα από αυτή, και όχι ως πανάκεια, ή ως ευκαιρία για ανούσια και επιδερμική διασκέδαση, ή ως μέσο για άσκοπες πλοηγήσεις…, ίσως έχουμε μπροστά μας μια άλλη οπτική γωνία, όπως αυτή της προσέγγισης που ακολουθεί…  

Τα τεχνολογικά επιτεύγματα κάνουν καλύτερους μαθητές (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=322339)

[…Πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι οι μαθητές που χρησιμοποιούν τεχνολογικά εξελιγμένες μικροσυσκευές, όπως έξυπνα τηλέφωνα και μικροϋπολογιστές τα πάνε καλύτερα στο σχολείο. Η συγκεκριμένη έρευνα προειδοποιεί ότι οι επιδράσεις της τεχνολογίας είναι θετικές από την ηλικία των εννέα ετών και πάνω. Από τότε και μετά λοιπόν σύμφωνα με την έρευνα που έγινε σε τάξεις σε Αγγλία, Γαλλία, Ινδία και Αμερική, οι μαθητές που συνεργάζονται μεταξύ τους μέσω smartphones και δουλεύουν τις εργασίες τους ή διαβάζουν σε φορητούς υπολογιστές και “ταμπλέτες” τα πάνε καλύτερα από τους υπόλοιπους.

Αντίθετα με την παραδοσιακή άποψη που θέλει κάθε τι ευχάριστο να αποσπά την προσοχή στην τάξη, Βρετανός καθηγητής εξήγησε στην εφημερίδα Γκάρντιαν ότι το μυστικό των τεχνολογικών επιτευγμάτων είναι ότι κάνουν ακριβώς αυτό. «Οι ταμπλέτες δίνουν τη δυνατότητα στα παιδιά να μαθαίνουν χωρίς να καταλαβαίνουν ότι μαθαίνουν» εξηγεί υπενθυμίζοντας ότι στους περισσότερους μαθητές και ειδικά στα αγόρια, δεν αρέσει το γράψιμο. «Αισθάνονται πίεση εάν τους ζητήσεις να γράψουν μια ιστορία. Οι ταμπλέτες τους δίνουν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσουν εικόνες και βίντεο και να καταγράψουν τη διήγηση τους ψηφιακά και να τη μοιραστούν με τους συμμαθητές τους». Ενώ όπως συμπληρώνει η ανταλλαγή πληροφοριών μέσω smartphones, μετατρέπει την συνεργασία των μαθητών σε κοινωνική δραστηριότητα.

Έτσι με την χρήση τεχνολογικών επιτευγμάτων οι μαθητές «ξεγελιούνται» στο να ασχοληθούν με κάτι που στην παραδοσιακή αναλογική μορφή του, τους είναι εξαιρετικά βαρετό. Στην Καλιφόρνια, για παράδειγμα, αρκετά σχολεία έχουν αντικαταστήσει πλήρως τα βιβλία με ταμπλέτες. Στις αρχές του χρόνου, ένα γυμνάσιο στο Κεντ έγινε η πρώτη σχολική μονάδα στη Βρετανία, που εφοδίασε κάθε έναν από τους 1.400 μαθητές με ένα iPad. Το παράδειγμα ακολούθησε ένα άλλο σχολείο στο Έσεξ, προχωρώντας στην αγορά 1.200 τέτοιων συσκευών.

Παράλληλα κάποια σχολεία αναπτύσσουν εφαρμογές, ακριβώς για αυτή την διαδικασία κάνοντας τα παιδιά να μαθαίνουν παίζοντας. Έτσι υπάρχουν εφαρμογές με τις οποίες τα παιδιά μαθαίνουν παίζοντας, ή να επιβραβεύονται από κουίζ γνώσεων που αν απαντηθεί σωστά επιβραβεύει τον μαθητή με το δικαίωμα να παίξει ένα παιχνίδι στη συσκευή.  Αλλά και εφαρμογές που επιτρέπουν στα μεγάλα παιδιά να «παίζουν» τους δασκάλους και να διδάσκουν τους μικρότερους.]

…ακόμα μερικά στοιχεία…

[… για να συγκεντρωθούμε σε μία εργασία θα πρέπει να φιλτράρουμε όλα τα υπόλοιπα περιττά ερεθίσματα που δεχόμαστε από το περιβάλλον, αλλά και τους επιμέρους παράγοντες που παίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Πολλές φορές όμως μιλάμε για συγκέντρωση και προσοχή. Είναι το ίδιο πράγμα; Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές χρησιμοποιούμε τους δύο αυτούς όρους για τον ίδιο σκοπό, συνδέονται μεταξύ τους αλλά έχουν διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο.

Ο όρος συγκέντρωση παραπέμπει γενικά και όχι ξεκάθαρα σε συμπεριφορές που βρίσκονται υπό άμεση παρατήρηση (πχ. είμαστε συγκεντρωμένοι σε μια δραστηριότητα που μας αρέσει) και σχετίζεται άμεσα με το ενδιαφέρον.

Με τον όρο προσοχή αναφερόμαστε στον βαθμό δραστηριότητας των ψυχικών λειτουργιών: της αντίληψης, της σκέψης και του κινήτρου αλλά και τον βαθμό δραστηριότητας των αισθητηριακών οργάνων όσον αφορά τις πληροφορίες που δεχόμαστε από το περιβάλλον. Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να θεωρήσουμε την συγκέντρωση σαν την ικανότητα κατεύθυνσης και εστίασης της προσοχής σε συγκεκριμένα ερεθίσματα.

Υπάρχουν δυο όψεις της προσοχής:

Η γενική προσοχή, γνωστή και ως «εγρήγορση», η οποία μας δίνει μια συνολική εικόνα για το περιβάλλον. Είμαστε σε μια γιορτή: «νοιώθουμε» αν ο κόσμος περνάει καλά, αν είναι ευχαριστημένος και αυτό παρατηρώντας πολλά και διαφορετικά πράγματα: την γλώσσα του σώματος, τους διάφορους ήχους και άλλα πολλά.

 Η επιλεκτική προσοχή, κατά την οποία η εγρήγορση επικεντρώνεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα για μεγαλύτερα διαστήματα. Στην γιορτή λοιπόν βρίσκουμε έναν καλό φίλο μας και μας μιλάει για κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ακούμε με προσοχή, πλέον τα γέλια και η μουσική δεν μας αποσπούν αλλά κοιτάζουμε προσεκτικά τον φίλο μας καθώς τον ακούμε.

 Όλοι μας χρειαζόμαστε και τους δύο τύπους της προσοχής. Η γενική προσοχή μας δίνει πολλές πληροφορίες γρήγορα και ενθαρρύνει την δημιουργικότητα μας αφού μας κατευθύνει ώστε να κατανοήσουμε τις διάφορες σχέσεις στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και να δράσουμε ανάλογα. Επίσης θα είχαμε μεγάλες δυσκολίες στην καθημερινότητά μας αν δεν μπορούσαμε να στρέψουμε την προσοχή μας σε κάποια σημαντικά θέματα για λίγο μεγαλύτερα διαστήματα.

 Όταν μπορούμε να μεταβαίνουμε από την γενική στην επιλεκτική προσοχή, εκτελούμε τα πράγματα πιο εύκολα και αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις της καθημερινότητας με μεγαλύτερη ευκολία. Δυστυχώς πολλά παιδιά αδυνατούν να το κάνουν αυτό. Μια τυπική συμπεριφορά των παιδιών με δυσκολίες στην προσοχή είναι το να παρατηρούν τα πάντα και να μην φιλτράρουν τίποτα..

 …Όμως μπορούν να μείνουν συγκεντρωμένα και να διατηρήσουν την προσοχή τους για μεγάλα διαστήματα σε μια δραστηριότητα που παρουσιάζει ενδιαφέρον ή είναι καινούρια… Και αυτό γιατί η προσπάθεια που καταβάλλουμε για να συγκεντρωθούμε σε κάτι, επηρεάζεται αποφασιστικά από το αν βλέπουμε ευχάριστα αυτό το «κάτι» ή το απεχθανόμαστε.

Επομένως, παιχνίδι και ευχαρίστηση μπορούν να βοηθήσουν για καλύτερες επιδόσεις… Μέσω δραστηριοτήτων που είναι ευχάριστες και ενδιαφέρουσες για το παιδί μπορούμε να ενισχύσουμε την ικανότητα συγκέντρωσης και κατά συνέπεια την ικανότητα μάθησης. Άλλωστε, «Η μάθηση επιτυγχάνεται καλύτερα όταν έχουμε καλή διάθεση», Μάνφρεντ Σπίτσερ.]

…Συνοψίζοντας θα ήθελα να αναφέρω κάτι που όποτε το σκέφτομαι σιγουρεύομαι ότι η προσπάθειά μας είναι στο σωστό δρόμο… Είναι λόγια του Λεονάρντο ντα Βίντσι ο οποίος είχε πει: «…Η μελέτη χωρίς επιθυμία κλειδώνει τη μνήμη και δεν συγκρατεί τίποτα από αυτά που δέχεται…»

 Με τις νέες αυτές προσεγγίσεις προσπαθούμε να δημιουργήσουμε την επιθυμία για μάθηση. Το διαδραστικό υλικό και το εύχρηστο λογισμικό που έχει στη διάθεσή του ο εκπαιδευτικός, εμπλουτίζει τα μαθήματά του, δημιουργεί πολλαπλές αναπαραστάσεις στους μαθητές με στόχο την κινητοποίησή τους και την ευκολότερη εμπέδωση της ύλης.

[ΒΟ 2012]

One thought on “Να προτιμήσουμε τελικά τον μαυροπίνακα ή μήπως όχι…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s