Θεωρίες μάθησης

Στιγμιότυπο 2016-05-05, 3.41.52 μμΟι παιδαγωγικές θεωρίες μάθησης μπορούν να συνοψιστούν σε τέσσερις κατηγορίες:

  1. το συμπεριφορισμό
  2. τον εποικοδομισμό
  3. τη συνεργατική μάθηση
  4. την προσωπική μάθηση

1. Σ υ μ π ε ρ ι φ ο ρ ι σ μ ό ς

Η μάθηση συνίσταται στην τροποποίηση της συμπεριφοράς του μαθητή/τριας. Η διδασκαλία θα πρέπει να περιλαμβάνει μικρά καλοσχεδιασμένα βήματα που θα πρέπει να εκτελεί ο μαθητής για να φτάσει στη γνώση.

Η ύλη δομείται σε μικρές ενότητες και ο ρυθμός παρουσίασής της συμβαδίζει με τους ρυθμούς των μαθητών/τριών.

Ο ρόλος του δασκάλου είναι καθοριστικός και περιλαμβάνει τη διατύπωση των διδακτικών στόχων προσβλέποντας στην αλλαγή της συμπεριφοράς του μαθητή/τριας ενισχύοντας την επιθυμητή συμπεριφορά του/της  μέσω των αμοιβών και αποσβαίνοντας την ανεπιθύμητη συμπεριφορά του/της μέσω της τιμωρίας.

Ο συμπεριφορισμός τονίζει την ανάγκη της αντικειμενικότητας στη μάθηση η οποία οδηγεί στην ανάπτυξη της στατιστικής και μαθηματικής ανάλυσης.

 Οι συμπεριφοριστές δέχονται τα εξής:

  • Ο νους θεωρείται ως επεξεργαστής συμβόλων τα οποία αντικατοπτρίζουν την δομή του εξωτερικού κόσμου και ως δεξαμενή πληροφοριών.
  • Η γνώση είναι η εσωτερική απεικόνιση της εξωτερικής πραγματικότητας.
  • Η σκέψη κυριαρχείται από την εξωτερική πραγματικότητα.
  • Η δομή του εξωτερικού κόσμου είναι ανεξάρτητη από την κατανόηση του ατόμου.

 H συμπεριφοριστική μάθηση χαρακτηρίζεται από τα παρακάτω:

  • Η προσχεδιασμένη γνώση μεταδίδεται στους μαθητές σύμφωνα με ένα προσχεδιασμένο πρόγραμμα.
  • Πραγματοποιούνται συγκεκριμένες δραστηριότητες για να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι.
  • Η μάθηση διαμορφώνεται από την επανάληψη και την ενίσχυση καθώς ο μαθητής ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα ερεθίσματα.
  • Ο μαθητής δεν έχει ούτε τον έλεγχο της μάθησης ούτε του χρόνου που χρειάζεται για να επιτευχθεί η μάθηση.
  • Ο δάσκαλος είναι ο δημιουργός και το κέντρο του γεγονότος της μάθησης.
  • Η αξιολόγηση γίνεται ατομικά στο τέλος της μαθησιακής διαδικασίας για να εξακριβώσει αν έχει αποχτηθεί η γνώση των αντικειμένων της μάθησης.
  • Η αποτυχία σημαίνει ότι το περιεχόμενο της υπό μάθηση έννοιας πρέπει να επαναλαμβάνεται μέχρι  να κατακτηθεί από τον μαθητή.

Θετικές όψεις του συμπεριφορισμού

  • Εγγυάται συγκεκριμένη μάθηση. Οι μαθησιακοί στόχοι προκαθορίζονται από τον εκπαιδευτικό. Αυτοί οι στόχοι προσδιορίζουν ξεκάθαρα την τελική συμπεριφορά που θα πρέπει να εμφανίσει ο μαθητής, τα κριτήρια ή τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους θα βελτιωθεί η συμπεριφορά αυτή, και τις συνθήκες κάτω απο τις οποίες θα εμφανιστεί η συμπεριφορά αυτή. 
  • Θέτει συγκεκριμένους και αντικειμενικούς στόχους μάθησης. Ο μαθητής/τρια γνωρίζει τι αναμένεται από αυτόν/η. Ο μαθητής /τρια εστιάζεται σε ένα καθαρό στόχο και μπορεί να ανταποκριθεί άμεσα στα ερεθίσματα του στόχου.
  • Θεωρία του συνδυασμού: ερέθισμα-αντίδραση. Η μάθηση προκύπτει όταν ο μαθητής αντιδρά σωστά σε ένα ερέθισμα. Η σωστή αντίδραση στο ερέθισμα προκαθορίζεται από τον εκπαιδευτικό καθώς διαμορφώνει τους στόχους και τα αποτελέσματα.
  • Χρησιμοποιεί πιο αποτελεσματικά το χρόνο.
  • Η επίτευξη των στόχων είναι εύκολα μετρήσιμη.
  • Είναι εύκολα εφαρμόσιμη και αυτοματοποιημένη θεωρία.
  • Προγραμματίζει τη μάθηση:Το μαθησιακό υλικό χωρίζεται σε μικρότερα βήματα ή πεδία. Κάθε βήμα ακολουθείται από μια ερώτηση στην οποία ο μαθητής μπορεί σχεδόν πάντα να απαντήσει σωστά. Αυτή η σειρά των δραστηριοτήτων(βημάτων) επηρεάζει τη διαδικασία πρόσληψης και συγκράτησης των πληροφοριών καθώς αυξάνονται τα εξαγόμενα επιχειρήματα  από την σωστή ακολουθία των δραστηριοτήτων.
  • Επιτελεί πλήρη μάθηση. Ο Μπλουμ εισήγαγε την ιδέα ότι ο μαθητής  θα  μπορέσει να επιτύχει ένα στόχο αν του δοθεί η ακριβής ποσότητα του χρόνου  που  χρειάζεται  για να μάθει το  στόχο.  Πρότεινε  πολλές στρατηγικές μάθησης για την πραγματοποίηση της πλήρους μάθησης, όπως χωρισμός σε μικρές ομάδες, ισότιμη μάθηση, προγραμματισμένη διδασκαλία, προγράμματα εικόνας και ήχου, παιχνίδια.
  • Σχετίζεται με το περιβαλλοντικούς λόγους. Σύμφωνα με το συμπεριφορισμό το περιβάλλον θα πρέπει να ρυθμίζεται ώστε να βοηθά τον μαθητή να συγκεντρώνεται στη μάθηση.

Κριτική στο συμπεριφορισμό

  • Ο συμπεριφορισμός υπεραπλουστεύει την ανθρώπινη συμπεριφορά.
  • Βλέπει τον άνθρωπο σαν ένα ρομπότ κι όχι σαν πλάσμα με ανάγκες και σκοπούς.
  • Εφαρμόζει μηχανική επανάληψη της μάθησης.
  • Επιβάλλει περιορισμένο ρυθμό διαμεταφοράς της γνώσης.
  • Παρουσιάζει περιορισμένη διατήρηση της γνώσης χωρίς ενίσχυση. Η συμπεριφορά ή οι αντιδράσεις ενισχύονται από την επανάληψη με θετικούς και αρνητικούς ενισχυτές. Όμως είναι πολύ δύσκολο για ένα εκπαιδευτικό να ενισχύσει κατάλληλα και ατομικά τριάντα περίπου μαθητές την ίδια στιγμή.
  • Είναι προβληματική στην συνεργατική μάθηση. Οι μαθητές αδυνατούν να ενώσουν από μόνοι τους τα κομμάτια και  να τα εφαρμόσουν σε άλλες καταστάσεις.
  • Δεν αναπτύσσει δεξιότητες επίλυσης προβλήματος. Ο μαθητής μπορεί να βρεθεί σε μια κατάσταση όπου δεν του προκύπτει ερέθισμα για  να  μπορέσει να ανταποκριθεί σωστά.
  • Ο μαθητής βλέπει ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών που μαθαίνει είναι άχρηστα και άσχετα με την καθημερινή ζωή.
  • Το ερέθισμα παρέχεται από τον εκπαιδευτικό. Επομένως η παρουσία του εκπαιδευτικού είναι καθοριστική για την επιτυχία των δραστηριοτήτων.
  • Ο μαθητής συνήθως παρακινείται εξωτερικά.Το κίνητρο για τη σωστή αντίδραση σε ένα ερέθισμα εξαρτάται άμεσα από το χρόνο που διανύεται ανάμεσα στην αντίδραση και στην ενίσχυση.
  • Υπάρχει πολύ μικρή συνεργασία ανάμεσα στους μαθητές.
  • Υποθέτει ότι ο μαθητής θα υιοθετήσει την αποδεκτή έννοια και τις προκαθορισμένες ερμηνείες που επιδιώκονται από τον εκπαιδευτικό.
  • Το πρόγραμμα σπουδών στηρίζεται στην αξιολόγηση.
  • Η μάθηση δεν αντιμετωπίζεται σαν εξαρτώμενη από το κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο. Μ’ αυτόν τον τρόπο καταργείται η μάθηση σαν κοινωνική διαδικασία.

Θεωρητικοί εκπρόσωποι του συμπεριφορισμού: Ιvan Pavlov(1849-1936), John Watson(1878-1958), Edwin Guthrie(1886-1959)

Θεωρητικοί της ενίσχυσης: Εdward Thorndike(1874-1949), Burrhus Frederic Skinner(1904-1990), C. Hull(1884-1952), Robert Gagne(1916-), George Miller(1920-), Irving Maltzman , Εdward Tolman (1886-1959)

 

2. Ε π ι κ ο δ ο μ ι τ ι σ μ ό ς     ή     κ ο  σ τ ρ ο υ κ  τ ι β ι σ μ ό ς

Οι εποικοδομιστές ή κοστρουκτιβιστές βλέπουν την μάθηση ως ενεργό διαδικασία στην οποία οι μαθητές/τριες κατασκευάζουν ενεργά τη γνώση δεδομένου ότι προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει.

Κάθε οργανισμός συνθέτει νοητικά πρότυπα ή σχήματα μέσω των οποίων κατανοεί τις εμπειρίες του. Αυτά τα νοητικά πρότυπα κατασκευάζονται με βάση την προγενέστερη γνώση, τις νοητικές δομές και τις υπάρχουσες πεποιθήσεις του.

Η μάθηση είναι απλά η εσωτερική ρύθμιση των νοητικών προτύπων ή σχημάτων, ώστε να ενσωματώσουν τις νέες εμπειρίες. Διακρίνονται δυο κατευθύνσεις στη σκέψη των εποικοδομιστών:

  1. Εκείνοι που έχουν την πραγματιστική άποψη ότι η γνώση είναι μια διαδικασία έρευνας με την οποία οι μαθητές κατασκευάζουν τελικά τα νοητικά σχήματα που αντιστοιχούν στο περιβάλλον που  παρατηρούν.
  2. Εκείνοι που έχουν τη ριζική άποψη ότι η γνώση χρησιμεύει για να οργανώσει τον εμπειρικό κόσμο του μαθητή (να καταλαβαίνει τι είναι αυτό που παρατηρεί) παρά για να ανακαλύψει την οντολογική πραγματικότητα αυτών που παρατηρεί.

Μια νέα τάση στον κονστρουκτιβισμό (εποικοδομισμό) είναι ο αναπαραστατικός κονστρουκτιβισμός. Η θέση του αναπαραστατικού εποικοδομισμού είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη μόνο τον αντικειμενικό κόσμο ούτε μόνο την υποκειμενική έννοια του κόσμου που δομείται μέσα μας. Αντίθετα και τα δυο συμπλέκονται κατά τη διάρκεια διεξαγωγής μιας δραστηριότητας σε ένα δεσμό που λέγεται δομική σύζευξη. Αυτή η φιλοσοφία υποστηρίζει την ιδέα ότι η κατανόηση των μετασχηματισμών του κόσμου που μας περιβάλλει γίνεται με τον μετασχηματισμό του νου.

Απόψεις των εποικοδομιστών:

  • Ο νους είναι η εσωτερική αντιπροσώπευση της εξωτερικής πραγματικότητας
  • Η γνώση εγκαθίσταται στο νου, σαν αποτέλεσμα μάθησης από την προσωπική ερμηνεία του κόσμου
  • Η σκέψη στηρίζεται στην αντίληψη και τη σωματική εμπειρία (άσκηση)
  • Η έννοια κατασκευάζεται εσωτερικά και αναπτύσσεται με βάση την εμπειρία
  • Η κατανόηση της έννοιας απαιτεί την κατανόηση του όλου και του μέρους της
  • Η μάθηση είναι η αναζήτηση του νοήματος των εννοιών

Σύμφωνα με τον εποικοδομισμό η μάθηση χαρακτηρίζεται από τα παρακάτω:

Το περιεχόμενο της μάθησης δεν ορίζεται εκ των προτέρων, αλλά πρέπει να κατασκευαστεί με τη γνώση των μαθητών/τριών. Αυτή η γνώση πρέπει να ενσωματωθεί στο πρόγραμμα σπουδών και σε άλλους σχετικούς τομείς της σχολικής δραστηριότητας.

Το περιεχόμενο της γνώσης περιλαμβάνει την πολυαισθητηριακή ενεργή συμμετοχή του μαθητή/τριας. Οι μαθητές παρουσιάζουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα που πρέπει να λύσουν.  Η μάθηση πρέπει να γίνεται μέσα σε αυθεντικές συνθήκες και σε ρεαλιστικά πλαίσια.

Οι δεξιότητες επίλυσης προβλήματος που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων είναι μοναδικές σε κάθε άτομο. Η μάθηση πραγματοποιείται μέσω της ανακάλυψης, της εμπειρίας και της διαμόρφωσης προτύπων. Ο μαθητής συμμετέχει ενεργά χρησιμοποιώντας το υλικό μάθησης και έχει τον έλεγχο της μάθησης. Τα προβλήματα λύνονται ολοκληρωτικά. Ο μαθητής ακολουθεί το δικό του ρυθμό μάθησης και για να δράσει πρέπει να παρακινηθεί πραγματικά.

Ενθαρρύνεται η επικοινωνία μεταξύ των μαθητών. Η προς μάθηση έννοια συζητιέται από τις όλες τις πλευρές.

Ο εκπαιδευτικός αναλαμβάνει το ρόλο του βοηθού στη μάθηση. Ο εκπαιδευτικός υποστηρίζει τον μαθητή για να κατασκευάσει τα εννοιολογικά και λειτουργικά νοητικά σχήματα των αντικειμένων της μάθησης.

Η αξιολόγηση αποτελεί μέρος της διαδικασίας μάθησης. Ο μαθητής αξιολογείται από τον εκπαιδευτικό, αλλά αξιολογεί και ο ίδιος την πρόοδό του. Η αποτυχία του μαθητή σημαίνει ότι έχει ανάγκη βοήθειας.

 Ο εκπαιδευτικός κονστρουκτιβισμός μπορεί να διαιρεθεί σε ατομικό (προσωπικό) και κοινωνικό κονστρουκτιβισμό.

Στον προσωπικό κονστρουκτιβισμό είναι το μεμονωμένο πρόσωπο που κάνει την κατασκευή ή την επεξεργασία των γνωστικών δομών και των δομών της μνήμης. Οι θεωρίες του Von Glaserfeld και του Piaget εμπίπτουν κυρίως σε αυτήν την κατηγορία.

Ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός περιλαμβάνει μια ομάδα που κάνει την κατασκευή των γνωστικών δομών και των δομών της μνήμης. Οι θεωρίες Vygotsky και Bandura είναι σημαντικές στην περιγραφή αυτών των ομαδικών διαδικασιών μάθησης.

 

3. Σ υ ν ε ρ γ α τ ι κ ή   μ ά θ η σ η

Η συνεργατική μάθηση αναφέρεται στις εκπαιδευτικές μεθόδους στις οποίες ζευγάρια ή μικρές ομάδες μαθητών/τριών λειτουργούν μαζί για να ολοκληρώσουν έναν κοινό στόχο.

Ο στόχος αυτής της συνεργασίας είναι να μεγιστοποιήσουν τις προσωπικές γνώσεις μέσω της αλληλεπίδρασης με τα άλλα μέλη της ομάδας που προσπαθούν για το κοινό όφελος. Οι δάσκαλοι με την εφαρμογή σκόπιμων συνεργατικων τεχνικών στοχεύουν να διορθώσουν αθέλητες κοινωνικές και εκπαιδευτικές προκαταλήψεις που ευνοεί ο σχολικός ανταγωνισμός.

Τα ουσιώδη στοιχεία της συνεργατικής μάθησης:

  • Θετική αλληλεξάρτηση:Οι μαθητές συνειδητοποιούν ότι συνδέονται ο ένας με τον άλλον με τέτοιο τρόπο ώστε όπου κάποιος δεν μπορεί να πετύχει μόνος του το κάνει με τη βοήθεια των άλλων και η επιτυχία του καθενός εξαρτάται από τη συμβολή όλων μέσα στην ομάδα.
  • Προώθηση της «πρόσωπο με πρόσωπο» αλληλεπίδρασης: Οι μαθητές εργάζονται μαζί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβάλλουν  ο ένας στην επιτυχία του άλλου με την παροχή βοήθειας, την υποστήριξη του ενός προς τον άλλον, και με το να εμπνέει ο ένας τον άλλον.  Αυτό το πλαίσιο περιλαμβάνει προφορικές εξηγήσεις για το πώς να λύσουν τα προβλήματα, διάδοση της γνώσης του ενός προς τον άλλον, έλεγχο της κατανόησης από τον ένα στον άλλο, συζήτηση των εννοιών που μαθαίνονται, σύνδεση της τρέχουσας με την προηγούμενη μάθηση.
  • Προσωπική και ομαδική υπευθυνότητα: Η ομάδα είναι υπεύθυνη για την επίτευξη του στόχου της. Κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για την προσωπική συμβολή του στην ομάδα.
  • Διαπροσωπικές και μικροομαδικές δεξιότητες: Οι κοινωνικές δεξιότητες δεν αναπτύσσονται αυτόματα κατά τη διάρκεια της ομαδικής εργασίας. Διδάσκονται κατά περίπτωση στους μαθητές από το δάσκαλο.
  • Ομαδική εργασία: Υφίσταται όταν τα μέλη ομάδας συζητούν τους τρόπους με τους οποίους θα επιτύχουν το στόχο τους και ενεργούν προς τον σκοπό αυτό. Περιλαμβάνει επίσης συζήτηση της αποτελεσματικότητας των εργασιακών σχέσεων κατά τη διάρκεια της κίνησης προς την επίτευξη του στόχου καθώς και αξιολογική συζήτηση όσον αφορά την επίτευξη του στόχου αφενός και την προσωπική συμβολή του καθενός αφετέρου.

 Η συνεργατική μάθηση διακρίνεται

  • σε κλειστή συνεργατική (συνεταιριστική)
  • μάθηση σε μικροομάδες-ζευγάρια (Cooperative) και
  • σε ανοιχτή συνεργατική μάθηση σε ανομοιογενείς ομάδες (Collaborative)

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στη συνεργατική μάθηση

  • Σχεδιάζει δυναμικά μαθήματα για τη μεταβίβαση της μάθησης
  • Διδάσκει τους μαθητές πώς να μαθαίνουν
  • Αναπτύσσει την υπευθυνότητα των μαθητών
  • Προωθεί την ενεργή μάθηση
  • Διευκολύνει την αυτοαξιολόγηση των μαθητών
  • Ενθαρρύνει τους μαθητές
  • Προάγει την ενεργή συμμετοχή των μαθητών
  • Παρακινεί σε σκέψεις υψηλού επιπέδου
  • Διδάσκει άμεσες κοινωνικές δεξιότητες
  • Εξισορροπεί τις αλληλεπιδράσεις: του δασκάλου προς τον μαθητή, του μαθητή προς το υλικό, του μαθητή προς τον συμμαθητή

Ο ρόλος των μελών των ομάδων στη συνεργατική μάθηση

  • Θετική αλληλοεξάρτηση
  • Ατομική υπευθυνότητα
  • Ανομοιογένεια των μελών
  • Κοινή ηγεσία
  • Εμπιστοσύνη του ενός προς τον άλλον
  • Ομαδικές συζητήσεις και αξιολόγηση των εργασιών και της αλληλεπίδρασης μεταξύ των μελών
  • Το μέγεθος της ομάδας ποικίλλει από 2-6 μέλη. Όσο λιγότερος είναι ο διαθέσιμος χρόνος, τόσο μικρότερη πρέπει να είναι η ομάδα. Ομάδες που επιλέγονται από τον δάσκαλο συχνά λειτουργούν καλύτερα από τις ομάδες που επιλέγονται από τους μαθητές

Ο ρόλος των μελών των ομάδων στη συνεργατική μάθηση

  • Θετική αλληλοεξάρτηση
  • Ατομική υπευθυνότητα
  • Ανομοιογένεια των μελών
  • Κοινή ηγεσία
  • Εμπιστοσύνη του ενός προς τον άλλον
  • Ομαδικές συζητήσεις και αξιολόγηση των εργασιών και της αλληλεπίδρασης μεταξύ των μελών
  • Το μέγεθος της ομάδας ποικίλλει από 2-6 μέλη. Όσο λιγότερος είναι ο διαθέσιμος χρόνος, τόσο μικρότερη πρέπει να είναι η ομάδα. Ομάδες που επιλέγονται από τον δάσκαλο συχνά λειτουργούν καλύτερα από τις ομάδες που επιλέγονται από τους μαθητές
  • Μεγιστοποίηση της ετερογένειας (μαθητές υψηλής, μέσης και χαμηλής δυνατότητας μέσα στην ίδια ομάδα)

Βασικοί όροι της συνεργατικής μάθησης

  • Οποιαδήποτε εκπαιδευτική δραστηριότητα είναι κατάλληλη για την συνεργατική μάθηση
  • Η αίθουσα είναι κατάλληλα διαμορφωμένη για να υποστηρίξει τη  συνεργασία μικρών ομάδων και την εύκολη κίνηση του δασκάλου ανάμεσα στις ομάδες
  • Το υλικό τακτοποιείται σύμφωνα με το σκοπό του μαθήματος
  • Ο ακαδημαϊκός στόχος εξηγείται λεπτομερώς
  • Δόμηση θετικής αλληλεξάρτησης ζητώντας από τις ομάδες να παράξουν ένα ενιαίο προϊόν μάθησης
  • Δημιουργία του υλικού, συγκέντρωση των πληροφοριών
  • Καθορισμός των ρόλων για τα μέλη της ομάδας

Επίδραση της συνεργατικής μάθησης στη διδασκαλία με την βοήθεια του υπολογιστή

Θετικές πτυχές της συνεργατικής μάθησης

  • Αναπτύσσει την αλληλοεξάρτηση
  • Βοηθά τους μαθητές να αναπτύσσουν επαγγελματική συμπεριφορά
  • Βελτιώνει τον αυτοσεβασμό και την εκτίμηση του σχολείου
  • Εξασφαλίζει ψυχική υγεία
  • Βοηθά τους μαθητές να αναπτύσσουν θετικές αλληπιδραστικές σχέσεις
  • Αναπτύσσει κοινωνικές  δεξιότητες και δεξιότητες επικοινωνίας
  • Βελτιώνει τα εσωτερικά κίνητρα των μαθητών
  • Οι ομάδες παρέχουν ένα ακαδημαϊκό και προσωπικό σύστημα υποστήριξης των μελών τους
  • Αναπτύσσονται οι αντανακλαστικές και μεταγνωστικές ικανότητες του μαθητή καθώς εκείνος επιδιώκει να διευκρινίσει, να εξηγήσει και να δικαιολογήσει τη στάση του σε σχέση με τους άλλους
  • Προωθεί μεγαλύτερες ικανότητες κριτικής σκέψης
  • Τα γνωστικά αποτελέσματα που προκύπτουν ενισχύουν την βραχυπρόθεσμη και την μακροπρόθεσμη μνήμη
  • Ο μαθητής μαθαίνει να βλέπει ένα ζήτημα από διάφορες πλευρές
  • Βοηθά τον μαθητή να διαμορφώσει θετικές στάσεις απέναντι σε διάφορες θεματικές περιοχές που μελετώνται
  • Ευνοεί μεγαλύτερη επιτυχία υψηλών στόχων και μεγαλύτερη παραγωγικότητα  μάθησης

Κριτική ενάντια στη συνεργατική μάθηση

  • Ο εσωστρεφής μαθητής υποφέρει
  • Οι μαθητές με χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση υποφέρουν εξαιτίας του φόβου της απόρριψης
  • Η ισότητα της συνεργασίας μπορεί να υπονομεύσει τους μαθητές που θέλουν να κάνουν περισσότερα
  • Απεμπλοκή από τις συνεργατικές διαδικασίες των λιγότερο ικανών μελών
  • Οι ικανότεροι μαθητές κάνουν λιγότερα από όσα μπορούν για να μη γίνουν τα «κορόιδα» της ομάδας
  • Τα μέλη με υψηλές δυνατότητες αναλαμβάνουν πάντα του ηγετικούς ρόλους σε βάρος των άλλων
  • Η προσπάθεια της ομάδας χαρακτηρίζεται από την ατομική ανικανότητα
  • Η υπευθυνότητα διαχέεται μεταξύ των μελών της ομάδας και προκύπτει χαλάρωση και τεμπελιά
  • Δημιουργείται αρκετές φορές καταστρεπτική σύγκρουση μεταξύ των μελών της ομάδας

4. Α τ ο μ ι κ ή    μ ά θ η σ η 

Ως ατομική μάθηση ορίζεται η ικανότητα της δόμησης της γνώσης διαμέσου των ατομικών αντανακλαστικών σε εξωτερικά ερεθίσματα και πηγές και διαμέσου της προσωπικής επανεξέτασης  της ατομικής γνώσης και εμπειρίας κατά την διάδραση με τους άλλους και με το περιβάλλον. Αυτή η ικανότητα απαιτείται πρακτικά από τον καθένα. Το φαινόμενο της μάθησης συμβαίνει στο εσωτερικό του ατόμου, ανεξάρτητα αν το άτομο εργάζεται σε ομάδα ή όχι. Ο καθηγητής David Merrill υποστηρίζει:» Το ομαδικό, κοινωνικό πλαίσιο ενός μαθησιακού περιβάλλοντος μπορεί να παρέχει υποστήριξη στα μέλη του, όμως η αλλαγή των γνωστικών δομών και η απόκτηση γνωστικών δεξιοτήτων είναι ένα καθαρά ατομικό γεγονός».

Στην ατομική μάθηση οι αντικειμενικοί μαθησιακοί στόχοι και οι μαθησιακές προτιμήσεις δεν είναι ομοιόμορφες. Ένας μαθητής μπορεί να επιθυμεί την ποσοτική μεγιστοποίηση των παρεχόμενων γνώσεων στον διδακτικό χρόνο. Άλλος ενδιαφέρεται για την ποιότητα των παρεχόμενων γνώσεων. Σε όλες τις περιπτώσεις το μαθησιακό περιεχόμενο θα πρέπει να μελετάται σε βάθος ή να διερευνάται για να εκτιμηθεί κατά πόσο καλύπτει τις μαθησιακές ανάγκες.

Τα απαιτούμενα της ατομικής μάθησης και οι συνθήκες επίτευξης των στόχων της:

Απαιτούμενα Συνθήκες επίτευξης των μαθησιακών στόχων
Αίσθηση της βοήθειας Κίνητρο
Εξωτερικό ερέθισμα
Συγχρονισμός
Χρόνος
Προσδιορισμός ενός στόχου ο οποίος μπορεί να ικανοποιεί μια ανάγκη Ατομική εμπιστοσύνη και εμπιστοσύνη στο περιβάλλον
Διάδραση με τους άλλους
Επιλογή, ανάλυση και οργάνωση της πληροφορίας
Αποφασιστικότητα
Προσδιορισμός μιας στρατηγικής για την επίτευξη ενός στόχου. Συμπεριφοριστικές στάσεις: ευελιξία, προσαρμοστικότητα, αυτορρύθμιση, κοινωνικές ρυθμίσεις
Ικανότητες επίλυσης προβλήματος: παρατήρηση, μίμηση, γενίκευση, ανακάλυψη,  σφαλματοποίηση, διόρθωση, ανάλυση, σύγκριση, ταξινόμηση

 Μεταβλητές μελέτης της ατομικής μάθησης

Τα άτομα – μαθητές  διαφέρουν  ο ένας από τον άλλον με πολλούς τρόπους. Οι κυριότερες διαφορές είναι:

  • Γνωστικές διαφορές
  • Ευφυία
  • Δημιουργικότητα
  • Στυλ μάθησης/γνώσης
  • Ρυθμός μάθησης
  • Αυτοσυγκέντρωση
  • Εξάρτηση – ανεξαρτησία
  • Ατομικές διαφορές
  • Προσωπικότητα
  • Έλεγχος χειρισμού
  • Επίπεδο φιλοδοξίας και εκπλήρωσης κινήτρων

Ένας σημαντικός αριθμός αυτών που μαθαίνουν ατομικά είναι οι ενήλικες μαθητευόμενοι. Αν λάβουμε υπόψη αυτούς, είναι σημαντικό να θυμηθούμε τις παρακάτω απόψεις:

Οι μαθητές

  • Έχουν διαφορετικό γνωστικό υπόβαθρο, στόχους και προτεραιότητες.
  • Χρειάζονται ελευθερία κινήσεων στις δραστηριότητες και στην επιλογή του μαθησιακού υλικού.
  • Χρειάζονται ευελιξία διάδρασης για την διευκόλυνση της δόμησης και της επεξεργασίας των στρατηγικών μάθησής τους.
  • Χρειάζεται να αποκτήσουν μια συνολική μαθησιακή εμπειρία, να αναπτύξουν γνωστικές ικανότητες και ιδιότητες που είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική αυτομάθηση.

 Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι:

  • Να δημιουργεί κατάλληλο περιβάλλον για επιτυχημένη μάθηση.
  • Να βοηθά στη μάθηση μέσα από συζητήσεις και συμβουλές.
  • Να κινητοποιεί το μαθητή/τρια.
  • Να εμπνέει το μαθητή/τρια.

Θεωρητικοί που συνεισέφεραν στην ατομική μάθηση

Καθένας μαθητής είναι μια μοναδική προσωπικότητα με μοναδικά χαρακτηριστικά. Οι παρακάτω θεωρητικοί της μάθησης προσπάθησαν να περιγράψουν αυτά τα μοναδικά χαρακτηριστικά στις θεωρίες τους.

Howard Gardner Πολλαπλή νοημοσύνη
Jean Piaget Γενετική επιστημολογία
JP Guilford Νοητική δομή
D Rumelhart & D Norman Τρόποι μάθησης
F Matron & N Entwistle Φαινομενογραφία
G Salomon Συστήματα συμβολισμού
R Sternnberg Θεωρία των τριών αρχών
L Cronbacht & R Snow Αλληλεπίδραση-Ικανότητα επεξεργασίας
P Cross Εκπαίδευση ενηλίκων
M Knowles Andragogy
J Dewey Μάθηση ως αποτέλεσμα γνωστικής ανισορροπίας
L Festinger Γνωστική δυσαρμονία