Διαθεματικότητα

Ορισμός (Από τη Βικιπαίδεια)

Με τον όρο Διαθεματική προσέγγιση της γνώσης εννοούμε μια πρόταση στο χώρο της γνωστικής ψυχολογίας και της παιδαγωγικής, σύμφωνα με την οποία το «προς μάθηση» αντικείμενο (θέμα) προσεγγίζεται πιο εύκολα από δρόμους που δεν συμπίπτουν με τη θεώρηση της επιστήμης σε κλάδους. Με πιο απλά λόγια Διαθεματική προσέγγιση ορίζεται η πολύπλευρη διερεύνηση και μελέτη ενός θέματος που άπτεται πολλών γνωστικών αντικειμένων. Για παράδειγμα, σε μια διαθεματική προσέγγιση με «θέμα» το νερό, η μελέτη του θα ξεκινούσε από ερωτήματα που προέρχονται από διάφορες μορφές γνώσης:»τι είναι το νερό δηλαδή, ποια τα συστατικά του;» (χημεία), «πώς συμπεριφέρεται το νερό από φυσική άποψη;» (φυσική),»η σημασία του νερού για το περιβάλλον και τη ζωή στον πλανήτη; » (περιβάλλον), «ποια έθιμα της ελληνικής παράδοσης σχετίζονται με το νερό;» (λαογραφία), «ποια είναι η σχέση του νερού με τη φιλοσοφία ή με τη θρησκεία;«. Συγγενής με τη διαθεματική προσέγγιση της γνώσης είναι και η λεγόμενη διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία περιορίζει τις μορφές γνώσης από τις οποίες ξεκινά η διδασκαλία/μάθηση στο χώρο τωνεπιστημών.

Ο Dewey στις αρχές  του 20ου αιώνα είχε γράψει: «Δεν έχουμε μια σειρά από χωριστούς κόσμους, ένας από τους οποίους είναι μαθηματικός, άλλος φυσικός, άλλος ιστορικός κ.λπ. Ζούμε σ’ ένα κόσμο όπου όλες οι πλευρές συνδέονται. Όλες οι σπουδές προέρχονται από σχέσεις του ενός μεγάλου κοινού κόσμου και καθώς το παιδί ζει σε μεταβαλλόμενη αλλά συγκεκριμένη και ενεργητική σχέση με αυτόν τον κοινό κόσμο, οι σπουδές του είναι φυσικά ενιαίες. Η σύνδεση των σπουδών δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα. Ο δάσκαλος δεν θα είναι υποχρεωμένος να προσφεύγει σε κάθε είδους τεχνάσματα και να συνυφαίνει λίγη αριθμητική με το μάθημα της ιστορίας. Συνδέστε το σχολείο με τη ζωή και όλες οι σπουδές θα συνδεθούν αναγκαστικά» (Dewey, 1990).

Ο όρος «διαθεματικότητα» (cross-thematic integration), σημαίνει την πολύπλευρη μελέτη θεμάτων και εννοιών, στα πλαίσια της διαχρονίας και της συγχρονίας και τη σύνδεση των επιστημονικών πεδίων (διεπιστημονικότητα) μεταξύ τους, ώστε πέρα από την ειδική γνώση, να αντιληφθεί ο μαθητής τη «συνομιλία» των επιστημών και τη συμβολή τους σε όλες της εκφάνσεις της καθημερινής ζωής.

‘Ετσι, η γνώση αντιμετωπίζεται ως ενιαία ολότητα και όχι αποσπασματικά και ταυτόχρονα συνδέεται με την ίδια τη ζωή. Σε μια διαθεματική προσέγγιση ένα θέμα μελετάται πολύπλευρα με τη συμβολή πολλών επιστημών, αλλά παράλληλα εξετάζεται και από τη σκοπιά της πραγματικής ζωής, πώς δηλαδή η κάθε γνώση μπορεί να αξιοποιηθεί πρακτικά στη ζωή.

Για την διαθεματική προσέγγιση της γνώσης χρησιμοποιούνται μαθητοκεντρικές μορφές διδασκαλίας, όπως είναι τα σχέδια εργασίας (project) και η ομαδοσυνεργατική διδασκαλία, καθώς προσφέρονται για συμμετοχή όλων των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οι μαθητές είναι ελεύθεροι να ερευνήσουν τα θέματα στα οποία τους οδηγούν τα ενδιαφέροντά τους, ενώ ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι βοηθητικός αλλά συνάμα καθοριστικός, εφόσον είναι αυτός που εξασφαλίζει την ποιότητα και τη μεθοδολογία της έρευνας.

Κατά την εξέλιξη ενός διαθεματικού προγράμματος, οι μαθητές εργάζονται σε ομάδες με συνεργατικό πνεύμα, αναπτύσσουν όλες τις δυνατότητές τους (φυσικές, κοινωνικές, γνωστικές και συναισθηματικές), αξιοποιώντας τις εμπειρίες και τα ενδιαφέροντά τους. 

Οι μαθητές, έχουν τον πρώτο λόγο στη διαδικασία της μάθησης και ο καθηγητής καθοδηγεί διακριτικά, εμψυχώνει και βοηθάει στον επαναπροσδιορισμό των κριτηρίων και των θεμάτων, αν οι μαθητές κατά την εργασία τους αντιμετωπίσουν δυσκολίες.

Πώς μπορεί όμως να εφαρμοστεί στην πράξη ένα διαθεματικό μάθημα;

Η διαθεματικότητα δεν καταργεί την αυτοτελή διδασκαλία των γνωστικών αντικειμένων στο σχολείο. Ενδείκνυται η περιοδική εφαρμογή της, μετά από καλή προετοιμασία του εκπαιδευτικού ώστε τα αποτελέσματα να είναι πραγματικά ωφέλιμα για τους μαθητές. ‘Οπου και όποτε όμως εφαρμόζεται καλό είναι να εμπλέκει όσο το δυνατόν περισσότερους εκπαιδευτικούς διαφορετικών ειδικοτήτων, ώστε να καλύπτεται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος και πλάτος το θέμα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, αναπτύσσονται εκτός από διαμαθητικές, και διεκπαιδευτικές σχέσεις.

Σ’ ένα μάθημα ιστορίας, για παράδειγμα, οι επιστημονικές οπτικές προσέγγισης είναι πολλές.

Πέρα από την αποσπασματική πληροφορία για ένα θέμα που θα πάρει ο μαθητής από το σχολικό εγχειρίδιο, είναι δυνατόν να διερευνήσει τις πολιτικές παραμέτρους του θέματος, συνδυάζοντάς το με την τωρινή πολιτική κατάσταση και έτσι να σταθεί κριτικά απέναντι σ’ αυτήν. Μπορεί να εξετάσει στοιχεία της καθημερινής ζωής της εποχής, της τέχνης, της επιστήμης, της γλώσσας, της λογοτεχνίας κ.λ.π. ώστε μέσα από μια συνθετική διαδικασία να οικοδομήσει κριτικά την εικόνα μιας ιστορικής εποχής, αλλά ταυτόχρονα να δει και με μια άλλη ματιά την δική του εποχή στην οποία ζει. Σ’ αυτή την διαδικασία, σημαντική συμβολή μπορεί να έχουν οι ειδικοί επιστήμονες ή οι σχετικοί με το θέμα καθηγητές, που πιθανόν να κληθούν να δώσουν τα φώτα τους για κάθε επιμέρους θέμα. ‘Ετσι, καλλιεργείται στο σχολείο η διεπιστημονική συνεργασία και ένα περιβάλλον μάθησης που ελκύει τον μαθητή, δίνοντάς του άλλου είδους βιώματα και ερεθίσματα.

Η διαθεματικότητα  μας οδηγεί σε μια νέα ολιστική προσέγγιση της γνώσης και ταυτόχρονα οδηγεί τον μαθητή να την συνδέσει με την ίδια την ζωή. ‘Ετσι, η κατακερματισμένη γνώση που αποκτήθηκε με την ανάλυση και την εξειδίκευση, μέσα από μια συνθετική και βιωματική διαδικασία ενοποιείται στην ψυχή και το μυαλό των μαθητών.

Πέρα όμως από την γνώση, υπάρχει μια εξίσου σημαντική ωφέλεια για τους μαθητές από την διαθεματική προσέγγιση της γνώσης. Με το μοντέλο της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας και των σχεδίων εργασίας οι μαθητές μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν, ασκούνται στη συνεργασία για την επίτευξη ενός κοινού στόχου, γίνονται πιο κοινωνικοί και αποκτούν συναισθηματικές δεξιότητες, όπως η υπομονή, η συνεργατικότητα, η κατανόηση κ.ά..

Η ενοποίηση της γνώσης και των επιστημονικών θεωριών είναι  ένα αίτημα της εποχής μας που τίθεται ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση, γι’ αυτό και ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης γίνεται μέσα σ’ αυτό το πνεύμα.

Στα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών…

Τα Διαθεματικά Πλαίσια Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ) και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ) επιδιώκουν τη σύνδεση ενός γνωστικού αντικειμένου με άλλα συγγενικά ή εφαπτόμενα και με τον πραγματικό κόσμο. Ένα θέμα μπορεί να προσεγγιστεί από την οπτική και άλλων επιστημών-διεπιστημονικότητα, εκείνο, όμως, που έχει μεγάλη σημασία είναι η διαδικασία για την οικοδόμηση της γνώσης, για να μάθει ο μαθητής πώς να μαθαίνει.

Με τα Διαθεματικά Αναλυτικά Προγράμματα επιδιώκεται να δει ο μαθητής με την ολιστική προσέγγιση της γνώσης την ενότητα μέσα από την πολυμορφία είτε στο 10% του χρόνου του ειδικού αντικειμένου είτε στο πλαίσιο της καινοτόμου δράσης της Ευέλικτης Ζώνης (Ε.Ζ.).  Αυτή η καθολική παιδεία, συμπληρωματική στην ειδική, που δίνεται με τα ξεχωριστά μαθήματα, αποβλέπει στη βιωματική και συμμετοχική μάθηση, στην άνοδο της ποιότητας στην εκπαίδευση, στην επικαιροποίηση της γνώσης, στην υπεύθυνη πληροφόρηση και στο άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία.

Σύμφωνο με τη νοοτροπία της διαθεματικής προσέγγισης της γνώσης θεωρείται ότι είναι το επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα που καθορίζει το αντικείμενο και τις διδακτικές διαδικασίες που ακολουθούνται στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία της Ελλάδας. Η εισαγωγή της διαθεματικής προσέγγισης στην ελληνική εκπαίδευση προσεγγίστηκε αρχικά ως προβληματισμός περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, για να συγκεκριμενοποιηθεί αργότερα στα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά βιβλία που γράφτηκαν την επόμενη δεκαετία.

Πηγές:

  1. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.
  2. Ζούκης Νίκος, Εκπαιδευτικός –  ερευνητής
  3. Το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) στην ιστοσελίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
  4. Διαθεματική ευδαιμονία ή σύγχυση και αποπροσανατολισμός της μάθησης; και Διαθεματική προσέγγιση της γνώσης και μέθοδος project: Ένας διάλογος με τα υπέρ και τα κατά της διαθεματικής προσέγγισης
  5. http://www.p-theodoropoulos.gr/ergasies/paidag-diathemat.pdf